ἄτερθε

ἄτερθε
ᾰτερθε, ἄτερθεν
a prep. c. gen., apart from

παραγορεῖτο μή ποτε σφετέρας ἄτερθε ταξιοῦσθαι δαμασιμβρότου αἰχμᾶς O. 9.78

ξένοι ἔφθινον ἄτερθεν τεκέων ἀλόχων τε Pae. 8.77

b adv., apart, separately ἄτερθε δὲ πρὸ δωμάτων ἕτεροι λαχόντες Ἀίδαν βασιλέες ἱεροὶ ἐντί (διακεχωρισμένος τῶν ἄλλων βασι- λέων ἐν τῇ Κυρήνῃ πρὸς τὰ τελευταῖα τῆς ἀγορᾶς κεῖται τεθνηκὼς ὁ Βάττος. Σ.) P. 5.96
c frag. ]ει τις ἄτερθεν[ Πα. 13b. 13. ἄτερθ[εν P. Oxy. 2622, fr. 117 ad ?fr. 346.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άτερθε — ἄτερθε(ν) (Α) [άτερ] 1. πρόθ. άτερ* 2. (ως επίρρ.) μακριά, χωριστά …   Dictionary of Greek

  • ἄτερθε — ἄτερ without poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτερθ' — ἄτερθε , ἄτερ without poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απάτερθε(ν) — ἀπάτερθε(ν) επίρρ. (Α) 1. χωριστά, χώρια 2. μακριά από κάτι ή κάπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο) * + άτερθε(ν) «χωριστά, μακριά»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”